| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| good point n | (insightful comment) | σωστή παρατήρηση, εύστοχη παρατήρηση επίθ + ουσ θηλ |
| | | σωστή επισήμανση, εύστοχη επισήμανση επίθ + ουσ θηλ |
| | Miriam raised several good points during the discussion. |
| Good point! interj | (insightful comment) (σχόλιο) | Σωστό! επίθ |
| | (άτομο που έκανε σχόλιο) | Σωστός! επίθ |
| | "Some people won't be able to attend the meeting if we hold it on Friday." "Good point!" |
| good point n | often plural (positive trait) | θετικό στοιχείο επίθ + ουσ ουδ |
| | | θετικό σημείο επίθ + ουσ ουδ |
| | | καλό επίθ ως ουσ ουδ |
| | One of Hugh's good points is his generosity. |
Ο όρος 'good point' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: